βρίμη

βρῑμ-η, ,
A strength, might, h.Hom. 28.10, A.R.4.1677.
II = ἀπειλή, Hsch.
2 bellowing, roaring, βρίμας ταυρείους ἀφιεὶς χαροποῦ τε λέοντος prob. in Orph.Fr. 79.
III = γυναικεία ἀρρητοποιΐα, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρίμη — βρίμη, η (Α) 1. ισχύς, δύναμη 2. μυκηθμός, βρυχηθμός. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. βρίμη ανήκει σε μια ομάδα λέξεων εκφραστικών και σπάνιων και είναι πιθ. ονοματικό παράγωγο σε μ τού βρι (πρβλ. βριαρός, βρίθω). Ο προσδιορισμός της ακριβούς σημασίας τέτοιων… …   Dictionary of Greek

  • βρίμη — strength fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίμῃ — βρίμη strength fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βριμῶν — βρίμη strength fem gen pl βρῑμῶν , βριμάομαι snort with anger pres part act masc voc sg (doric aeolic) βρῑμῶν , βριμάομαι snort with anger pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) βρῑμῶν , βριμάομαι snort with anger pres part act masc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίμης — βρίμη strength fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όβριμος — ὄβριμος, ον, θηλ. και ὀβρίμα (Α) 1. (για τον Άρη, τον Αχιλλέα, τον Έκτορα, την Κυβέλη, αλλά και για ήρωες και για κοινούς ανθρώπους) ισχυρός, κραταιός, δυνατός («πέπτωκεν ἀνδρῶν ὀβρίμων κομπάσματα», Αισχύλ.) 2. (για πράγματα) μεγάλος, πελώριος… …   Dictionary of Greek

  • βρίμας — βρίμᾱς , βρίμη strength fem acc pl βρίμᾱς , βρίμη strength fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βριμώμαι — ( άομαι) και βριμούμαι ( όομαι) (Α) [βρίμη] βράζω από οργή ή αγανάκτηση …   Dictionary of Greek

  • φριμάσσομαι — ΝΜΑ, και αττ. τ. φριμάττομαι Α (λόγιος τ.) (για άλογα αλλά και για άλλα ζώα) φριμάζω αρχ. σκιρτώ από λαγνεία. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός τ. ενεστ. (πρβλ. τα συγγενή σημασιολογικός φρυάσσομαι, βριμῶμαι «βράζω από οργή ή αγανάκτηση, βλ. λ. βρίμη),… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.